Eunice Energy Group

Eunice Energy Group

Μέλος: Gold
Από: 01.02.2010

Λεωφ. Βασιλίσσης Σοφίας 29, 106 74 Αθήνα, Ελλάδα
RSS

Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στην Ελλάδα

11.08.2010 Διάδοση

Η Eunice Energy Group συμβάλει ενεργά στη σταδιακή βελτίωση 
των συνθηκών ανάπτυξης των ΑΠΕ στην Ελλάδα

Η ανανεώσιμη ενέργεια είναι ενέργεια που δημιουργείται από φυσικές πηγές όπως ο ήλιος, ο άνεμος, οι υδατοπτώσεις και η γεωθερμία, οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να ανανεώνονται με φυσικό τρόπο και στον ίδιο ρυθμό με τον οποίο χρησιμοποιούνται. Αντίστοιχα, οι «νέες» τεχνολογίες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) περιλαμβάνουν τα βιοκαύσιμα, την υδροηλεκτρική ενέργεια, την βιομάζα καθώς και την ηλιακή και αιολική ενέργεια.

Η κλιματική αλλαγή, λόγω της όξυνσης του φαινομένου του θερμοκηπίου, καθώς και της συνεχούς αύξησης των τιμών του πετρελαίου έχουν οδηγήσει τη διεθνή κοινότητα σε αύξηση του ενδιαφέροντος της προς τις ΑΠΕ. Επομένως, τα τελευταία χρόνια έχει προωθηθεί μια σειρά κινήτρων και νόμων για την καλύτερη διείσδυση των ΑΠΕ στις διεθνείς αγορές. Κάτι τέτοιο, εκτός από την παραγωγή «καθαρής» ενέργειας, έχει πολλαπλά οφέλη όπως την αύξηση της ευελιξίας των ηλεκτρικών συστημάτων, τη δημιουργία θέσεων εργασίας, την αύξηση των εναλλακτικών λύσεων σε πηγές ενέργειας και την μείωση της εξάρτησης από εισαγωγές ορυκτών καυσίμων. Χαρακτηριστικά, οι επενδύσεις στις ΑΠΕ αυξάνονται ραγδαία κάθε χρόνο, ενώ μεγάλες πολυεθνικές όπως η BP και η Shell οι οποίες δραστηριοποιούνταν κατεξοχήν στον τομέα των ορυκτών καυσίμων, ήδη επενδύουν σημαντικά κεφάλαια σε τεχνολογίες ΑΠΕ. 

Οι ΑΠΕ στην Ελλάδα
Η χρήση των ΑΠΕ στην Ελλάδα αυξήθηκε σημαντικά τα τελευταία 6-7 χρόνια και αυτό κυρίως λόγω της σταδιακής εναρμόνισης της ελληνικής νομοθεσίας με τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Διάγραμμα 2). Συγκεκριμένα, στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής η ΔΕΗ είχε το μονοπώλιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας μέχρι το 1994 με εγκατεστημένη ισχύ ΑΠΕ περίπου στα 70 MW. Το ίδιο έτος, με το νόμο 2292/1994 οι ιδιώτες επενδυτές απέκτησαν τη δυνατότητα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και πώλησης της με ευνοϊκές τιμολογιακές συνθήκες. Η ουσιαστική απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας έγινε το 1999 με τον νόμο 2773/99 και την ταυτόχρονη ίδρυση της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ) και του Διαχειριστή Εθνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΔΕΣΜΗΕ). Η ΡΑΕ είναι ένας ανεξάρτητος φορέας που γνωμοδοτεί στο υπουργείο Ανάπτυξης σχετικά με ζητήματα ενέργειας (άδειες παραγωγής, τιμολόγηση κλπ), ενώ ο ΔΕΣΜΗΕ εκτός από τη διαχείριση του δικτύου είναι και ο εμπορικός διαχειριστής των μονάδων ΑΠΕ του διασυνδεδεμένου συστήματος της χώρας. Ο νόμος 2773/99 τέθηκε ουσιαστικά σε εφαρμογή το 2001, οπότε και ξεκίνησε η γρήγορη ανάπτυξη των ΑΠΕ στην Ελλάδα. Ενδεικτικά η ονομαστική ισχύς των μονάδων ΑΠΕ στην Ελλάδα αυξήθηκε από 351 MW το 2001 σε 1040 ΜW το 2007.

Το 2001, εναρμονιζόμενη με την κοινοτική οδηγία 2001/77/EC, η Ελλάδα έθεσε σαν στόχο την κατά 20,1% συμμετοχή των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή της χώρας μέχρι το 2010. Κάτι τέτοιο θα αντιστοιχούσε σε περίπου 3000 MW εγκατεστημένης ισχύος που θα αποτελείται κυρίως από εγκαταστάσεις αιολικής ενέργειας, περίπου 2500 MW. Δεδομένου ότι το 2007 η ισχύς των μονάδων ΑΠΕ ήταν 1040 MW ενώ η αντίστοιχη ονομαστική ισχύς των εγκατεστημένων αιολικών ήταν 840MW, είναι κατανοητό ότι η Ελλάδα απέχει αρκετά από το να πετύχει το συγκεκριμένο στόχο. Το γεγονός ότι τη δεδομένη στιγμή υπάρχουν έργα ΑΠΕ ισχύος 3400 MW που έχουν άδεια παραγωγής αλλά δεν έχουν εγκατασταθεί, είναι μεν ενθαρρυντικό αλλά ταυτόχρονα και ανησυχητικό, σχετικά με τους λόγους για τους οποίους η εγκατάσταση έργων ΑΠΕ καθυστερεί χαρακτηριστικά στην Ελλάδα.

Μία από τις τελευταίες νομοθετικές ρυθμίσεις σχετικά με τις ΑΠΕ υπήρξε ο νόμος 3468/2006, για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, με τον οποίο η Ελλάδα εναρμονίζεται πλήρως με την κοινοτική τάση για αντικατάσταση των συμβατικών πηγών ενέργειας. Ο νόμος προβλέπει επιδοτήσεις για όλες τις ΑΠΕ, προσφέρει ισχυρά επενδυτικά κίνητρα και απλοποιεί σε μεγάλο βαθμό τις διαδικασίες αδειοδότησης, ενώ προσφέρει και υψηλές τιμές πώλησης της ενέργειας με μακροχρόνια συμβόλαια.

Οι προκλήσεις του μέλλοντος
Παρ' όλες τις φαινομενικά ευνοϊκές ρυθμίσεις είναι κοινά αποδεκτό ότι η ανάπτυξη των ΑΠΕ στην Ελλάδα, είναι μεν σημαντική αλλά θα μπορούσε να είναι ταχύτερη. Οι κύριοι λόγοι που οδηγούν σε καθυστέρηση της ανάπτυξης είναι πολιτικής, κοινωνικής, τεχνικής και οικονομικής φύσης. Συγκεκριμένα, σε πολλές περιπτώσεις η αδειοδοτική διαδικασία εξακολουθεί να είναι μακροσκελής, ενώ η ταυτόχρονη εμπλοκή πολλών φορέων και η σύγχυση αρμοδιοτήτων καθυστερούν σημαντικά την πρόοδο της αδειοδότησης. 

Το 2007, οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφάσισαν το λεγόμενο «20-20-20», δηλαδή την μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου στο 20% και ταυτόχρονα την αύξηση της χρήσης ΑΠΕ σε ποσοστό 20%, από 6,5% σήμερα, της συνολικής παραγωγής ενέργειας μέχρι το 2020. Αυτό για την Ελλάδα σημαίνει ότι το 2020 το ποσοστό συμμετοχής των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή της χώρας πρέπει να είναι 29%. Επομένως, ουσιαστικά, ο στόχος του 20% για το 2010, μετατίθεται σε 29% για το 2020.

Η Eunice Energy Group, αναγνωρίζει τα πολλαπλά περιβαλλοντικά και οικονομικά οφέλη που η επίτευξη του στόχου θα προσφέρει σε εθνικό επίπεδο και ελπίζει στη σταδιακή βελτίωση των συνθηκών ανάπτυξης των ΑΠΕ στην Ελλάδα. Σε κάθε περίπτωση, με τη δυναμική που τη διακρίνει στις επενδυτικές της δραστηριότητες, η EEG φιλοδοξεί να συνεισφέρει σημαντικά στην επίτευξη αυτού του εθνικού στόχου.